"Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας."


(Παύλος Βρέλλης)





«Δεν ήρθε πρώιμα η άνοιξη κι ουδέ το καλοκαίρι.

Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδάμε,

γιατί ελευτερωθήκανε, αητέ, τα Γιάννενά μας!»






«Την Ιστορία μελέτα παιδί μου,
γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία,
αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο... »
[Ιπποκράτης]





Όταν έπεσαν τα Γιάννινα...


Του Δημητρίου Αθ. Κοράκη
Μπαίνοντας στο μήνα Φλεβάρη και πλησιάζοντας η μέρα της επετείου της απελευθέρωσης των Γιαννίνων από τον τουρκικό ζυγό (21 Φεβρουαρίου), πολλά και ποικίλα συναισθήματα πλημμυρίζουν την καρδιά μου για τη μέρα αυτή.
Εκείνες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη συναισθηματικότητα μου για τη μέρα αυτή ήταν και είναι οι αφηγήσεις της κυρα-μάνας (γιαγιάς), του πατέρα και της μάνας μου, που έζησαν τα γεγονότα εκείνα σε διαφορετικές ηλικίες.
Αυτοί λοιπόν μας τα διηγούνταν, από το δικό τους πρίσμα ο καθένας, με το πάθος όμως και τη συγκίνηση που συνεπαίρνει τους ανθρώπους εκείνους που έζησαν και θυμούνται τη μέρα της λευτεριάς τους και της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Από τις παιδικές της αναμνήσεις η μάνα μου, μου θυμίζει και πάλι τούτες τις μέρες το τι έγινε στα Γιάννινα προ 72 χρόνια την παραπάνω μέρα και λέει:
«Όταν έπεσαν τα Γιάννινα, πρέπει να ήμουν 13 με 14 χρονών. Έμενα τότε στα Λακκώματα, την περιοχή των Γιαννίνων που βρίσκεται πίσω από το τουρκικό κτίριο, διατηρητέο σήμερα, όπου στεγάζονται τα γραφεία της Στρατολογίας και πίσω από το χώρο του πρώην Δημοτικού Νοσοκομείου Κουραμπά.
Κατοικούσαμε εγώ, η μάνα μου κι ο ανύπαντρος αδελφός μου στο σπίτι της παντρεμένης αδελφής μου.
Λίγες μέρες προτού απελευθερωθούν τα Γιάννινα είχε γίνει σε όλους μας αντιληπτό ότι έρχεται γρήγορα η μέρα της λευτεριάς απ’ ό,τι μαθαίναμε για τον πόλεμο και ιδιαίτερα για την πολιορκία του Μπιζανιού.

Εμείς οι Έλληνες της πόλης μας ζούσαμε με την προσμονή και την κρυφή ελπίδα ότι σύντομα θα τελειώσουν τα βάσανα της σκλαβιάς. Οι Τούρκοι όμως βρίσκονταν σε συνεχή αναταραχή βλέποντας ότι χάνουν τελικά τον πόλεμο και πολλοί κακοί Τουρκογιαννιώτες έφευγαν βιαστικά για την Τουρκία.
Η ανέχεια και η πείνα αυτή την περίοδο είχαν πέσει στην πόλη μας και θυμάμαι ότι επειδή δεν είχαμε ψωμί οι δικοί μου είχαν βρει άλλη λύση.
Εκτός από τα λάχανα που ήταν μπόλικα και τα μαγειρεύανε με διαφορετικούς τρόπους, γιατί υπήρχε λάδι, ο γαμπρός μου έφερνε πολλά μπιρμπίλια (ρεβίθια ξεφλουδισμένα και ειδικά ψημένα), που τα κοπανίζανε στο μεγάλο πέτρινο γουδί του σπιτιού, τα κοσκινίζανε με τη σίτα και το αλεύρι αυτό το ρίχνανε μέσα στα χτυπημένα αυγά, που υπήρχαν άφθονα κι αυτό το μείγμα το τηγανίζανε. Το αποτέλεσμα ήταν καταπληκτικό, το τηγάνι γέμιζε μ’ ένα ροδοκίτρινο φαγητό που ένα του κομμάτι ήταν αρκετό να μας χορτάσει.

Εκείνοι όμως που είχαν πληγεί περισσότερο από την οικονομική ανέχεια ήταν οι φτωχοί Τούρκοι και ιδιαίτερα οι ξένοι που είχαν βρεθεί στα Γιάννινα και οι απλοί στρατιώτες.
Μερικοί από τους τελευταίους αναγκάζονταν από την πείνα να χτυπούν τις πόρτες των Ελλήνων Γιαννιωτών και να ζητάνε λίγο ψωμί. Αλίμονο τους αν τους έβλεπε κανένας της τουρκικής αστυνομίας- τους έσπαγαν στο ξύλο. Την όλη κατάσταση επιδείνωσε και το φοβερό κρύο που έκανε με αποτέλεσμα πολλοί Τούρκοι να πεθαίνουν από τις αρρώστιες, το κρύο και την πείνα και θυμάμαι ότι ο πίσω χώρος του τουρκικού Νοσοκομείου «Χαμιδιέ», που μετά την απελευθέρωση έγινε Δημοτικό Νοσοκομείο, ήταν γεμάτος από νεκρούς και κάθε μέρα τους μεταφέρανε με νταλίκες στη θέση «Μιζάρια» της περιοχής Κιάφας, όπου τους θάβανε σε ομαδικούς τάφους.

Αποβραδίς της πολυπόθητης μέρας είχαν φέρει στο σπίτι μας τη μαμή της περιοχής, γιατί η αδελφή μου παρουσίαζε συμπτώματα γέννας.
Ήμασταν όλοι συγκεντρωμένοι στο σπίτι με τη μαμή, γιατί εκτός του ότι έκανε τσουχτερό κρύο και το χιόνι που είχε ρίξει ήταν παγωμένο, απαγορεύονταν η κυκλοφορία τη νύχτα, λόγω των γεγονότων.
Κι ενώ ακόμα τα Γιάννινα τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά συζητούσαν όλοι για τις μάχες στο Μπιζάνι, για το ξεψύχισμα του θεριού, που κρατούσε ακόμα σκλαβωμένη την πόλη μας και το πως θ’ αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της αδελφής μου, που θα γένναγε μεσ’ τη νύχτα.
Θυμάμαι ότι η ζοφερή εκείνη νύχτα, προτού κοιμηθούμε, έλαμψε από τις φλόγες μεγάλης φωτιάς που είχαν ανάψει οι μανιασμένοι Τούρκοι στην αγορά της πόλης και μάλιστα στην περιοχή των καταστημάτων Σεπετά.
Όλοι βγήκαμε έξω κι αντικρίσαμε το φοβερό εκείνο θέαμα της καταστροφής με φωτιά του κέντρου της πόλης ενώ ακούγονταν φωνές ανθρώπων και γαυγίσματα σκυλιών.

Ριγώντας, δεν ξέρω αν ήταν απ’ το κρύο ή από τα γεγονότα, πήγα στο γιατάκι μου να κοιμηθώ μ’ ένα κατακάθι πίκρας στην παιδική μου καρδιά για όσα συνέβαιναν εκείνο το βράδυ στο σπιτικό μας και στην πόλη μας. Ξυπνώντας το πρωί, ύστερα απ’ έναν ταραγμένο ύπνο, έμαθα ότι η αδελφή μου γέννησε δίδυμα, από τα οποία μέχρι το πρωί πέθανε το αγόρι και μέχρι το μεσημέρι πέθανε και το κορίτσι αφού πρόλαβαν να το βαφτίσουν στον αέρα και ν’ αφήσει την πνοή του σαν Ελευθερία.
Ο γαμπρός μου, συνοδεύοντας τις πρωινές ώρες της 21 Φεβρουαρίου τη μαμή στο σπίτι της, είδε στο τουρκικό κτίριο της Στρατολογίας άσπρες σημαίες, που κυμάτιζαν από τον παγωμένο αέρα του γιαννιώτικου πρωινού και αμέσως κατάλαβε ότι οι Τούρκοι παραδόθηκαν.

Γύρισε στο σπίτι μας, είπε το χαρμόσυνο μαντάτο κι αφού πέταξε το κόκκινο φέσι έφυγε για την πλατεία της πόλης να μάθει τα καθέκαστα και γύρισε στο σπίτι με καπέλο.
Στο μεταξύ όλος ο κόσμος ξεσηκώθηκε και μάθαμε ότι ο Εσάτ πασιάς είχε παραδώσει τα κλειδιά της πόλης στο Διάδοχο Κωνσταντίνο κι αυτός με όλο τον Ελληνικό Στρατό που μάχονταν έξω απ’ τα Γιάννινα θα ‘μπαινε νικητής σ’ αυτά.
Παντού ακούγονταν φωνές, γέλια και τραγούδια κι απ’ όλους τους μαχαλάδες άρχισαν να συγκεντρώνονται στους δρόμους απ’ όπου θα περνούσαν οι ηρωικοί μαχητές πολλοί Γιαννιώτες φορώντας τα καλά τους ρούχα και οι άντρες, χωρίς πλέον το φέσι της υποτέλειας, ξεσκούφωτοι και πολλοί με κασκέτα, που είχαν αγοράσει εκείνη την άγια μέρα από τα μαγαζιά.
Μέσα απ’ αυτή τη χαρά δεν έλειψα κι εγώ. Με την άδεια των δικών μου πήγα σ’ ένα γνωστό μας σπίτι στην πλατεία που ήταν κοντά στο παλιό τούρκικο Διοικητήριο και στη θέση του οποίου σήμερα είναι το Δημαρχείο και η Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη.
Ξεκίνησα από το σπίτι μας στα Λακκώματα, προχώρησα προς το κτίριο της Στρατολογίας αποφεύγοντας το θλιβερό θέαμα του πίσω χώρου του Νοσοκομείου, που ήταν γεμάτος νεκρά ξεπαγιασμένα κορμιά και βγήκα στον κεντρικό δρόμο του Κουραμπά.
Κατηφορίζοντας το δρόμο αυτό προς την κεντρική πλατεία της πόλης μαζί με άλλους μαχαλιώτες μου, είδα πεταμένα σκόρπια κόκκινα φέσια πάνω στα λασπόνερα του δρόμου και στα χιονισμένα όχτια των κήπων των γύρω σπιτιών.
Αυτό μ’ έκανε ν’ αναριγήσω από εθνική υπερηφάνεια και να σκεφτώ ότι η πτώση της τουρκικής αυτοκρατορίας συνεχίζεται.
Με ανάλαφρο βήμα διέσχισα την πλατεία, που ήταν γεμάτη από διαφόρων ηλικιών Γιαννιώτες κι έφτασα στο φιλικό μας σπίτι όπου με δέχτηκαν με χαρές και μ’ έβαλαν μαζί με το μικρό τους παιδί στην εξώπορτα για να κάνουμε σεργιάνι.
Απ’ εκεί κι ενώ ακούγονταν οι χαρμόσυνοι χτύποι από τις καμπάνες όλων των εκκλησιών της πόλης έβλεπα το πολύβουο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί για να επευφημήσει και να υποδεχτεί τους ήρωες μαχητές. Σαν μελίσσι είχε γεμίσει την πλατεία, τα μπαλκόνια και τα παράθυρα των γύρω κτιρίων και σπιτιών και με κάθε τρόπο έδειχνε τη χαρά του.
Μέσα σ’ αυτή την αναμονή διέσχισαν το χώρο μερικά ανοιχτά αυτοκίνητα της εποχής και άντρες που ήταν πάνω σ’ αυτά έριχναν προς όλες τις κατευθύνσεις σοκολάτες, καραμέλες και ξερά σύκα.
Θυμάμαι έντονα που μου ‘ρθε κι εμένα μια τσιοπέλα σύκα στην αγκαλιά μου και χαρούμενη έτρεξα μέσα στο σπίτι να το πω σε όλους. Η οικοδέσποινα και μάνα του παιδιού μου είπε ότι είναι δικά μας και να κάτσουμε στην πόρτα να τα φάμε.
Μέχρις ότου φάμε τα σύκα άρχισε να έρχεται η πομπή από το μέρος της Καλουτσιανης, να διασχίζει την κεντρική πλατεία, το δρόμο σήμερα Αβέρωφ και να καταλήγει στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου (Μητρόπολη).
Μπροστά καβάλα σε άλογο ήταν ο Διάδοχος Κωνσταντίνος με γκέτες στα πόδια και καπέλο αξιωματικού στο κεφάλι κι ακολουθούσαν αξιωματικοί και στρατιώτες λίγοι σε άλογα και πολλοί πεζοί. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Όλος ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί ζητωκραυγάζοντας, χειρονομούσε, κουνούσε τα καπέλα και έρανε τους νικητές με τα λίγα γιαννιώτικα λουλούδια που βρέθηκαν και πολλή δάφνη.
Μέσα σ’ αυτόν τον πανζουρλισμό ένας συγγενής μας δίπλα μου έριχνε συνέχεια με το πιστόλι του στον αέρα κι εγώ τρύπωσα από το φόβο μου μέσα στο φιλικό μας σπίτι, οπότε η καλή μας γνωστή μου εξήγησε ότι αυτό γίνεται από υπερβολική χαρά.

Στο σπίτι αυτό είδα τότε για πρώτη φορά ελληνικά νομίσματα, που μας τα έδειξε ο νοικοκύρης αυτού και στον οποίο τα είχε δώσει Έλληνας που ήρθε από την μέχρι τότε ελεύθερη Ελλάδα (Ελληνικό).
Ύστερα από τη δοξολογία στη Μητρόπολη των Γιαννίνων άνοιξαν τα φιλόξενα σπίτια των Γιαννιωτών και πήραν, όσοι είχαν ευχέρεια, από τους επίσημους μέχρι τους απλούς στρατιώτες να μείνουν κοντά τους με ζεστό καλό φαΐ, με καθαρά ρούχα και με ζεστές κουβέρτες και βελέντζες.
Έπρεπε να νοιώσουν κι αυτοί την οικογενειακή θαλπωρή, που τόσο τους έλειψε κατά τη διάρκεια των μαχών γύρω από την πόλη μας.
Οι καλές νοικοκυρές Γιαννιώτισσες αμέσως μετά το άλλαγμα των φαντάρων έστησαν στις αυλές των σπιτιών τους τις πυροστιές με τα καζάνια κι οι φωτιές των ξύλων έβραζαν το νερό όπου ζεμάτισαν τα ρούχα τους, για να ψοφήσουν εκείνες, που τους κρατούσαν συντροφιά στη μάχη και τα χαρακώματα, δηλαδή οι ψείρες.
Γυρίζοντας στο σπίτι μου έβλεπα χαρούμενα πρόσωπα και δακρυσμένα μάτια μανάδων που αγκάλιαζαν τα παιδιά τους, που γύρισαν από τον πόλεμο και μερικά από την ξενιτιά και τον πόλεμο.
Γιατί ήταν πολλά Γιαννιωτόπουλα που όταν έμαθαν ότι, ο Ελληνικός Στρατός πολεμάει για να λευτερώσει τα Γιάννινα έφυγαν από την ξενιτιά (Αμερική κλπ.) και ήρθαν και πολέμησαν κι αυτά μαζί τους με τους άλλους Γαριβαλδινούς.
Είδα όμως και μερικές μανάδες που δεν μπόρεσαν να σφίξουν στην αγκαλιά τους τα παιδιά τους γιατί έπεσαν νεκρά στα πεδία των μαχών. Κι αυτές οι χαροκαμένες μάνες στάθηκαν σαν πραγματικές Ελληνίδες και έκλαψαν με την περηφάνια ότι και τα παλικάρια τους συνέβαλαν στην απελευθέρωση των Γιαννίνων.

Η νύχτα κείνη τη μέρα άρχισε να ρίχνει τα μαύρα πέπλα της κι εγώ, όπως όλοι οι δικοί μου αφού συζητήσαμε για τα διατρέξαντα, πήγα να πλαγιάσω στο γιατάκι μου με γεμάτη την καρδιά από ευχάριστα και δυσάρεστα συναισθήματα για ό,τι συνέβηκαν στο σπίτι μου και στην πόλη μου αυτή τη μέρα, που μου έμεινε αξέχαστη».
Αυτά είπε η μάνα μου και σώπασε, ενώ ένα δάκρυ κύλησε στα ρυτιδωμένα μαγουλά της από τα θαμπά μάτια της.
Εγώ την άφησα στις ευχάριστες και δυσάρεστες θύμησες για τη μέρα εκείνη, χωρίς να ταράξω τη γαλήνη της στιγμής αυτής.

(Φεβρουάριος 1985)
Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Δ. Κοράκη «Ιστορίες από τα παλιά Γιάννινα»