"Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας."


(Παύλος Βρέλλης)




«Δεν ήρθε πρώιμα η άνοιξη κι ουδέ το καλοκαίρι.

Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδάμε,

γιατί ελευτερωθήκανε, αητέ, τα Γιάννενά μας!»



«Την Ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία,
αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο... »
[Ιπποκράτης]





«Μάθημα Ιστορίας» από την Γ΄ τάξη του 16ου Δημ. Σχ. Ιωαννίνων





Μια διαφορετική (και εξαιρετική!) πρόταση προσέγγισης της σχολικής γιορτής 
για την απελευθέρωση των Ιωαννίννων 
από τους εκπαιδευτικούς του 16ου Δημοτικού Σχολείου Ιωαννίνων



«Λίγο ακόμα

θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν

τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο

τη θάλασσα να κυματίζει.

Λίγο ακόμα

να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα».




Λίγο ψηλότερα …

104 χρόνια ελεύθερα Γιάννενα - Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων


104 χρόνια ελεύθερα Γιάννενα - Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων

104 χρόνια ελεύθερα Γιάννενα “μετράμε” και τιμάμε φέτος, με ένα τετραήμερο πρόγραμμα εκδηλώσεων που συνδιοργανώνουν ο Δήμος Ιωαννιτών και η Περιφέρεια Ηπείρου.

Οι εκδηλώσεις για τα Ελευθέρια της πόλης ξεκινούν το Σάββατο 18 /2 Φεβρουαρίου και ολοκληρώνονται την Τρίτη 21/2.

Η καθιερωμένη πανηγυρική εκδήλωση του Δήμου Ιωαννιτών θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου στις 7 το απόγευμα, στην αίθουσα “Β. Πυρσινέλλας” του Πνευματικού Κέντρου.
Ομιλητής θα είναι ο συγγραφέας Μιχάλης Σπέγγος, και θέμα της ομιλίας του : «Προσπαθώντας να θυμηθούμε, να τιμήσουμε αλλά και να διδαχτούμε από την 21η Φεβρουαρίου 1913».
Θα ακολουθήσει συναυλία με την ορχήστρα του Μουσικού Σχολείου Ιωαννίνων και την Καμεράτα, ορχήστρα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων


Αναλυτικά το πρόγραμμα των εκδηλώσεων είναι το εξής:

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

12.00: Επιμνημόσυνη Δέηση στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Τσεριτσάνων και κατάθεση στεφάνων στο Ηρώο των «Αγωνιστριών Γυναικών των Τσεριτσάνων» | Δήμος Δωδώνης

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

10.30: Επίσκεψη στα οχυρά Μπιζανίου -Τοπογραφική και ιστορική ενημέρωση

11.00: «20ος Μπιζάνιος Δρόμος» Εκκίνηση από το Μπιζάνι

11.15: Επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων στον τύμβο Μπιζανομάχων -Επίσκεψη στην έκθεση φωτογραφιών από τις μάχες του πολέμου 1912-1913 στο πολιτιστικό κέντρο Μπιζανίου

12.45: Απονομή επάθλων στους νικητές του Μπιζανίου Δρόμου στην Κεντρική Πλατεία

Τοπική Κοινότητα Μανωλιάσσας| θέση «Εικονίσματα»
13.00:Εκδήλωση μνήμης και κατάθεση στεφάνων στο μνημείο των πεσόντων του Ελληνικού Στρατού και των εθελοντικών σωμάτων από όλη την Ελλάδα και την Κύπρο και των πεσόντων Μανιατών

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

09.30:Τρισάγιο και κατάθεση στεφάνων στο Στρατηγείο του πολέμου1912-13 | Χάνι Εμίν Αγά

11.00:Επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων στο Ηρώο Μπιζανομάχων | Ιωάννινα

12.15:Τελετή στη μνήμη των «έξι παλληκαριών, που έπεσαν στον Λόφο της Δουρούτη», την παραμονή της απελευθέρωσης της πόλης και κατάθεση στεφάνων

13.00:Τρισάγιο και κατάθεση στεφάνων στον Λόφο Αβγού στον «Τύμβο των 333 Μπιζανομάχων» | Δήμος Δωδώνης

18.00:Εγκαίνια έκθεσης με τίτλο «λόγος και εικόνα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο του 19ου αι. Εικόνες, βιβλία, συγγράμματα. Τιμή στον Νίκο Ψημμένο» (Εκθεσιακός χώρος ΓΑΚ Ιστορικό Αρχείο - Μουσείο Ηπείρου )

Πανηγυρική εκδήλωση του Δήμου Ιωαννιτών | Πνευματικό Κέντρο

18:55:Πέρας προσέλευσης επισήμων και κοινού
19.00:
-Χαιρετισμός Δημάρχου Ιωαννίνων κ. Θωμά Κ. Μπέγκα
-ομιλία από τον συγγραφέα κ. Μιχάλη Σπέγγο, με θέμα: «Προσπαθώντας να θυμηθούμε, να τιμήσουμε αλλά και να διδαχτούμε από την 21η Φεβρουαρίου 1913»

-«Γιάννενα, Γιάννενα»
Συναυλία με την ορχήστρα του Μουσικού Σχολείου Ιωαννίνων και την Καμεράτα, ορχήστρα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
-Μουσική: Κώστας Λώλης -Στίχοι: Γιώργος Καψάλης, Ποιητής, Πρύτανης Πανεπιστημίου Ιωαννίνων -Ενορχήστρωση: Φοίβος Παπαδόπουλος Σολίστ: Σοφία Σπυριδούλα Ζώη, υψίφωνος Μαρία Τσιρώνη, υψίφωνος - Διδασκαλία και διεύθυνση χορωδίας Παιδαγωγικού Τμήματος Παν/μιου Ιωαννίνων: Ειρήνη Νικολάου -Διδασκαλία και διεύθυνση χορωδίας Μουσικού Σχολείου Ιωαννίνων: Μιχάλης Βακάλης -Μουσική Διεύθυνση: Γιώργος Χλίτσιος

20.15: Εγκαίνια έκθεσης ζωγραφικής του ζωγράφου-χαράκτη Χριστόδουλου Γκαλτέμη με τίτλο «Γιάννενα» | Δημοτική Πινακοθήκη

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

07.00: Εορταστικό πρωινό με τη συμμετοχή της Φιλαρμονικής του Δήμου Ιωαννιτών και της μπάντας της VIII Μεραρχίας

10.30: Δοξολογία στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Ιωαννίνων

11.10: Κατάθεση στεφάνου από τον Εκπρόσωπο της Κυβέρνησης στο Ηρώο Μπιζανομάχων Δεξίωση στο Μέγαρο της Περιφέρειας Ηπείρου

12.00:παρέλαση πολιτικών και στρατιωτικών τμημάτων

13.00:Επίδειξη από τη Στρατιωτική Μουσική του Γ΄ Σώματος Στρατού (Θεσσαλονίκης) στην πλατεία Πύρρου

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017

20.00 Βιβλιοπαρουσίαση Αλέξανδρος Μωυσής, ΤΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΝΙΣΗΜ ΛΕΒΗ Οι στερεοσκοπικές φωτογραφίες και τα ταξίδια ενός Γιαννιώτη γιατρού
Ομιλητές: Κώστας Κωστής, Καθηγητής Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας ΕΚΠΑ, Μαρία Ζουμπούλη, Επίκουρη Καθηγήτρια των Τ.Ε.Ι. Ηπείρου, Γρηγόρης Μανόπουλος Αρχαιολόγος και ο συγγραφέας Αλέξανδρος Μωυσής, Συγγραφέας του βιβλίου
Μουσικό πρόγραμμα με τη μεσόφωνο Ιωάννα Φόρτη, την πιανίστρια Γεωργία Αναστάση, τον κλαρινετίστα Ελευθέριο Καραγιάννη και την Παιδική Χορωδία του Δημοτικού Ωδείου υπό τη διεύθυνση της Κωνσταντίνας Μήλια


Αίθουσα «Β.Πυρσινέλλας» Διοργάνωση: Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών

Σπάνιες φωτογραφίες από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων


Εδώ θα βρείτε συλλογές με πλούσιο φωτογραφικό υλικό από τον αγώνα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.





Φωτογραφίες από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων 1913 (α' μέρος)













Σκηνή ἀπό τήν ἀναπαράστασι τῆς ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ παραδόσεως,
τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ





Πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων μπορείτε να βρείτε στη σελίδα: «21 Φεβρουαρίου 1913 - Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων» στο facebook






Αναπαράσταση της παράδοσης των Ιωαννίνων. Και οι δύο άνδρες είναι πεζοί.
Ο Εσάτ πασάς παραδίδει με σκυφτή την κεφαλή το ξίφος του στον Κωνσταντίνο.
Πίσω του στέκονται οι Τούρκοι άοπλοι εφόσον έχουν καταθέσει τα όπλα τους



Από το πολεμικό Μουσείο


























Το πρωτόκολλο της παράδοσης των Ιωαννίνων (21 Φεβρουαρίου 1913)

Το πρωτόκολλο της παράδοσης των Ιωαννίνων (21 Φεβρουαρίου 1913)



(Επιστολικό δελτάριο. Διαστ. 136Χ89 χιλ.Αναπαράσταση της παράδοσης της πόλης των Ιωαννίνων από τον Εσάτ πασά στο Διάδοχο. Εδώ δίνεται έμφαση στη νίκη του Κωνσταντίνου που παριστάνεται έφιππος, ενώ ο Εσσάτ πασάς στέκεται μπροστά του πεζός και ταπεινωμένος, κλίνων την κεφαλή του, με το πρωτόκολλο παράδοσης ανά χείρας).
Στις 21/2 τα μεσάνυχτα υπογράφτηκε το πρωτόκολλο της παράδοσης των Ιωαννίνων. Εν ονόματι της Α.Β.Υ. Του διαδόχου υπέγραψαν οι λοχαγοί του Γενικού Επιτελείου κ.κ. Στρατηγός και Μεταξάς και ο τέως διοικητής Ιωαννίνων Βαχήπ Μπέης.
Ο Κωνσταντίνος με το ακόλουθο τηλεγράφημα ενημερώνει. Τον πατέρα του, Βασιλιά Γεώργιο Α΄ για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων:
«ΕΜΙΝ ΑΓΑ σημ. 21 Φεβρουαρίου 1913
Α.Μ. Βασιλέα . Θεσσαλονίκη.
«Αλωθέντος υπό του ελληνικού στρατού ολοκλήρου του δυτικού μετώπου του φρουρίου των Ιωαννίνων και κυκλωθείσης της γραμμής των ερεισμάτων του Μπιζανίου και Καστρίτσης ο Εσάτ Πασσάς μοι εδήλωσε την στιγμήν ταύτην ότι ο στρατός του παραδίδεται αιχμάλωτος πολέμου. Λεπτομερείας μεγάλης νίκης του ανδρείου στρατού μας τηλεγραφήσω προσεχώς.
Κωνσταντίνος Διάδοχος»
.
Οι ιππείς του Πιερράνου του Σούτσου και του Μαυρομιχάλη ήταν οι πρώτοι που μπήκαν στην πόλη, ενώ το πρωί κυμάτιζε στα οχυρώματα του Μπιζανίου η ελληνική σημαία. Ακολούθησε για αρκετές ώρες η παράδοση των όπλων του Οθωμανικού στρατού. Περί τις 33.000 άνδρες αφοπλίστηκαν εκείνη την ημέρα. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος ανέβηκε στο Γενικό παρατηρητήριο του Πυροβολικού ακριβώς στο σημείο εκείνο που πριν λίγο έλειψε να τραυματιστούν ο ίδιος και Πρωθυπουργός Βενιζέλος που είχε επισκεφτεί την περιοχή.
.
.
(Το τηλεγράφημα του Διαδόχου Κωνσταντίνου προς τον Βασιλέα Γεώργιο στη Θεσσαλονίκη και τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο στην Αθήνα με το οποίο τους ενημερώνει λεπτομερώς αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για τηλεγράφημα, σχετικά με την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.
Επίσης, τη Διαταγή του Κωνσταντίνου με την οποία εκφράζει την ευαρέσκειά του για τα λαμπρά κατορθώματα του ελληνικού στρατού στα Ιωάννινα.)
(Επιστολικό δελτάριο. Διαστ. 142Χ91 χιλ. Ζωγραφική αναπαράσταση της εισόδου του Διαδόχου Κωνσταντίνου και του Ελληνικού στρατού στα Ιωάννινα. Ελληνικές σημαίες κυματίζουν και ο ενθουσιασμός του κόσμου είναι ολοφάνερος).
.

Φωτογραφική έκθεση με θέμα: «190 χρόνια στρατιωτικής μουσικής»




ΑΦΑΝΗΣ ΗΡΩΣ στον πόλεμο για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων

[Κείμενο που μας έστειλε ο φιλόλογος καθηγητής από τη Χίο, κ. Λεωνίδας Πυργάρης, τον οποίο και ευχαριστούμε πάρα πολύ!]


 ΑΦΑΝΗΣ ΗΡΩΣ

   Εἷς ποιμὴν ἐκ Δωρίδος, διωκόμενος ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης δι’ ἀδίκημα κατὰ τῆς ἐξουσίας, ἀναγκάζεται νὰ ἑκπατρισθῇ καὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν τουρκοκρατουμένην τότε Ἤπειρον…

...Σιγὰ - σιγὰ τὰ χρόνια ἐπέρασαν. Κάτω ὅμως ἀπὸ τὸν ζυγόν, ὅπου διὰ μιᾶς μετεφέρθη, ἔπειτα ἀπὸ τὸν ἐλεύθερον ἀέρα τοῦ πατρικοῦ τόπου, ὁ βίαιος βουνίσιος δὲν ἄργησε νὰ ἐννοήσῃ τί εἶναι τὸ ἀγαθὸν ἐκεῖνο, ποὺ δὲν ἐξετίμα εἰς τὴν πατρίδα του. Ἡ πρώτη βρισιά, ποὺ ἐδέχθη κατάμουτρα ἀπὸ ἕνα βάρβαρον μπέην, τὸ πρῶτον κτύπημα εἰς τὴν ράχιν ἀπὸ τὸ μαστίγιον ἑνὸς ζαπτιέ*, τὸ ἀδιάκοπον σκύψιμον ἐμπρὸς εἰς τὸν τύραννον, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο πλέον ὁ φιλελεύθερος ἑλληνικὸς νόμος, ἔκαμαν σωτήριον ἐντύπωσιν εἰς τὴν ψυχήν του καὶ ἐδάμασαν τὸν χαρακτῆρά του. Ὁ ἀπείθαρχος, ὁ ἀρειμάνιος*, ὁ περιφρονητῆς τῆς ἰσοπολιτείας σιγὰ - σιγὰ ἐσφυρηλατήθη εἰς μετρημένον, ὑπολογιστικὸν ἄνδρα κάτω ἀπὸ τὴν δουλείαν καὶ τὸ βούνευρον*. Ἐκεῖ μόνος ἐννόησε τὰ ἀγαθά, ποὺ εἶχε, ποὺ περιεφρόνησε, ποὺ ἔχασεν εἰς τὴν στοργικὴν πατρίδα. Ἀλλ’ ἦτο πλέον ἀργά. Καὶ σιγὰ - σιγὰ ἐννόησεν ἀκόμη τὸν πόνον τῆς γῆς, ὅπου ἐγεννήθη, τῆς γῆς, ὅπου ἔθαψε τοὺς ἰδικούς του καὶ ὅπου τὸν συνέδεσαν τὰ γλυκύτατα χρόνια τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ὅπου οἱ ἄνθρωποι ὁμιλοῦν, σκέπτονται, ἔχουν τὰ ἴδια ἰδεώδη μὲ ἡμᾶς, ἀγαποῦν καὶ μᾶς συλλογίζονται. Τώρα θὰ ἔδιδε καὶ αὐτὸς, δὲν ἥξηερε τί, διὰ νὰ ἠμποροῦσε νὰ ξαναήρχετο, νὰ ξανάβλεπε μίαν μόνον στιγμὴ τὴν γαλανὴ βουνοκορφὴν τοῦ Παρνασσοῦ, τὶς γυμνὲς πλαγιές, ποὺ ὡδηγοῦσε τὰ κατσίκια του. Θὰ ἔδιδε χρόνια τῆς ζωῆς του διὰ μίαν Κυριακὴν πρωί, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν, ἢ ἕνα ἥσυχον ἀπόγευμα εἰς τὴν μακρινήν του στάνην, ὅταν ἄρμεγε κατὰ σειρὰν τὰ ἀσπρόμαλλα πρόβατά του καὶ ἐγέμιζε μὲ χιονάτο γάλα τὶς καρδάρες του. Καὶ ὁ πόνος αὐτὸς τὸν ἔκαμε νὰ προσκολλᾶται μὲ κάποιαν ἀπελπισίαν εἰς ὅ,τι ἔβλεπε νὰ τὸν πλησιάζῃ εἰς τὴν μακρινὴν πατρίδα, ἀνθρώπους, σκέψεις, ἄψυχα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα διὰ τὰ νοσταλγικὰ μάτια του ἔπερναν ψυχὴ καὶ φωνήν. Ἀπὸ πολίτης φιλήσυχος τώρα ἐγίνετο καὶ πατριώτης.

Σιγὰ - σιγὰ ἡ ἐπιχείρησίς του προώδευσεν. Ἀπὸ ἀγωγιάτης κατώρθωσε νὰ ἀγοράσῃ ἁμάξι. Τὴν εἰρηνικήν του ζωὴν ἦλθεν ἔξαφνα νὰ διακόψῃ ὁ πόλεμος τοῦ 1912. Οἱ Ἕλληνες, οἱ δικοί του, ἡ ἴδια μακρινὴ πατρίδα, ἤρχετο ὁλοζώντανη ἐκεῖ νὰ τὸν εὕρῃ. Μεταμορφωμένος τότε καὶ ὲκεῖνος ὁ ἀδάμαστος Δωριεὺς διέσχισε μίαν νύκτα τὰς γραμμὰς τῆς ἀμύνης καὶ μὲ τὸ μάουζερ ἑνὸς ἐχθροῦ, ποὺ ἀφώπλισε μέσα εἰς τὴν χαράδραν, ἔφθασεν εἰς τοὺς εὐζώνους, τοὺς συντρόφους του. Ὅλον τὸν καιρὸν τῆς πολιορκίας τῶν Ἰωαννίνων ὑπέμεινε τὴν πεῖναν, τὰς στερήσεις τὸ φαρμακερὸ κρύο, μὲ τὴν φτερωμένη ἐλπίδα νὰ μπῆ νικηφόρος κι αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς δικούς του εἰς τὰ Γιάννινα!
Ἄ! τὰ Γιάννινα, αὐτὰ τὰ Γιάννινα!...

Τὸ μάτι του δὲν ἄφηνε τοὺς μακρινοὺς ἄσπρους μιναρέδες, ποὺ ἐζωγραφίζοντο μικροσκοπικοὶ μέσα εἰς τὴν ὁμίχλην κοντὰ εἰς τὴν γαλανάδα τῆς λίμνης. Καὶ ἐπὶ τέλους τὰ Γιάννινα ἔπεσαν καὶ ἐμβῆκε κι αὐτὸς ἐνθουσιῶν θριαμβευτής, μὲ τὴν κεφαλὴν ὑψηλὰ εἰς τὸν τόπον, ὅπου τὸ βούνευρον τὸν εἶχε συνηθίσει νὰ σκύπτῃ.

Αἱ πρῶται ἡμέραι ἐπέρασεν μὲ τὴν φρενίτιδα τῶν ἐπινικείων, τὰ προσδεξίματα, καὶ τὰ γλέντια τῶν παλαιῶν φίλων του. Ἐπειτα ὅμως ἐσκέφθη νὰ ξαναπιάσῃ τὴν ἐργασίαν του. Ἀλλὰ τὸ ἁμάξι του εἶχεν ἐπιταχθῆ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Χωρὶς νὰ λυπηθῇ τότε, καὶ χωρίς νὰ διστάσῃ, ἐπῆγε πάλιν μισθωτός, ὅπως πρίν.
Ἡ ἐργασία του ἐξηκολούθησεν ἥσυχα κάμποσους μῆνας, ἕως ὅτου μίαν ἡμέραν δύο χωροφύλακες τὸν ἐκατέβασαν ἀπὸ τὸ ἁμάξι, τοῦ ἔδειξαν ἓν ἔντᾳλμα συλλήψεως καὶ τὸν ἐμπαρκάρισαν μὲ τὸ πρῶτον ἀτμόπλοιο διὰ τὸν Πειραιᾶ. Εἰς τὴν μέθη τῆς ἐλευθερίας εῖχε λησμονήσει ὅτι ἄλλοτε ὑπῆρξεν ἔνοχος ἀπέναντι τῆς θεᾶς αὐτῆς ποὺ ἐλάτρευε τώρα. Τώρα, εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ δικαστηρίου, σκυμμένος ἐμπρὸς εἰς τὰ ζευγάρια τῶν ματιῶν, ποὺ βαραίνουν ἐπάνω του, ἀκούει τὰς καταθέσεις διὰ τὸ παλαιὸν ἔγκλημά του.
Ὅταν τὸν ἐκάλεσαν ν’ ἀπολογηθῇ, εὗρε μόνον δύο, τρία τραυλισμένα λόγια, ποὺ εἶπε μὲ χαμηλωμένα μάτια:
- Ἔφταιξα... Ἔκαμα τὸ κακό. Ἀπὸ τότε ὅμως μετανόησα μὲ τὴν καρδιά μου... Συγχωρῆστε με.

Ὁ εἰσαγγελεύς, ἀμείλικτος* ὅπως ὁ νόμος, ὁ ὑπερασπιστὴς αὐτὸς τῆς ἀδικουμένης κοινωνίας, ἐζήτησε τὴν τιμωρίαν. Ἐνῷ ὅμως ἐπρόκειτο ν’ ἀποσυρθῇ τὸ δικαστήριον εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν διασκέψεων, θόρυβος ἠκούσθη εἰς τὴν εἴσοδον καὶ ἕνας κλητὴρ ἐφάνη νὰ πλησιάζη τὸν πρόεδρον καὶ νὰ τοῦ ὁμιλῆ διὰ κάτι βέβαια ἐντελῶς ἀσυνήθιστον, ὅπως ἐφαίνετο ἀπὸ τὴν ἔκφρασίν του. Ὁ κατηγορούμενος προσήλωσε τὰ μάτια του εἰς τὴν σκηνὴν αὐτήν, σὰν κάποιαν τελευταίαν καὶ ἀπρόοπτον ἐλπίδα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἤξευρε τί ἔπρεπε νἀ περιμένῃ ἢ νὰ ζητῇ· Ἐν τῷ μεταξὑ ἡ ἔκπληξις ἐφάνη νὰ ζωγραφίζεται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ προέδρου.

Ὁ μητροπολίτης Δαφνοκάστρου, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλοφυεστέρους ἱεράρχας τῆς ἀμφισβητουμένης, Ἠπείρου, μόλις φθάσας ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Σαράντα, ἐζήτει νὰ μαρτυρήσῃ εἰς τὸ δικαστήριον διὰ τὸν κατηγορούμενον.
Μ’ ὅλην τὴν παρατυπίαν* τοῦ πράγματος, τιμῆς ἕνεκεν, τὸ δικαστήριον παρεδέχθη ὁμοφώνως καὶ ὅλα τὰ βλέμματα ἐστηρίχθησαν γεμάτα περιέργειαν εἰς τὴν εἴσοδον. Ὑψηλός, ξηρός, μὲ χαρακωμένον ἀσκητικὸν πρόσωπον καὶ προώρως λευκασμένα γένεια, ἀλλὰ μάτια ποὺ ἔλαμπε κάποια φλὸξ ζωῆς συγκεντρωμένης, ὁ ἱεράρχης, στηριζόμενος εἰς τὴν ποιμαντορικὴν ράβδον, ἐπροχώρησεν εὐλογῶν. Ἔφθασεν εἰς τὴν θέσιν, ὅπου τὸν ἔφερεν ὁ κλητὴρ καὶ ἐκεῖθεν ἔφερε γύρω τὸ βλέμμα. Καὶ τὸ βλέμμα ἐκεῖνο ἔξαφνα ἐφωτίσθη ἀπὸ στοργὴν καὶ τρυφερότητα, μόλις ἐστάθη εἰς τὸ μέρος, ὅπου ἦτο ὁ κατηγορούμενος, ἐνῷ τὸ χέρι του μὲ τὴν ἱερατικὴν εὐλογίαν ὑψώνετο ἐντελῶς χωριστὰ καὶ αὐθόρμητον πρὸς αὐτόν. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐκεῖνος, διὰ μιᾶς τιναγμένος ἐπάνω, τρέμων, ἔμεινεν ἐκεῖ σὰν νὰ ἔβλεπεν εἰς αὐτὸν τὸν ἄγγελον ἐλευθερωτὴν, τὴν ἐξ ὕψους ἀντίληψιν καὶ σωτηρίαν.

Ὁ μητροπολίτης, ὄρθιος ἐμπρὸς εἰς τὸ ὄρθιον ἀκροατήριον, ἦλθεν ἀμέσως εἰς τὸ θέμα.
Μόλις ἔμαθε κατὰ τύχην τὴν δίκην ἐκεῖ ἐπάνω, ἐπῆρε τὸ πρῶτον ἀτμόπλοιον ποὺ εὗρε, καὶ εὐτυχῶς ἔβλεπεν ὅτι ἔφθασεν ἐν καιρῷ. Δὲν ἤξευρε τί ἦτο ἄλλοτε ὁ κατηγορούμενος, οὔτε ἤθελε νὰ τὸ μάθῃ. Ἐκεῖνος εἶχε καθῆκον καὶ ἤθελε νὰ εἴπη τί τὸν ἐγνώρισε δέκα ἔτη τώρα.

Καὶ ἤρχισε τότε μία μακρὰ καὶ παθητικὴ ἱστορία χρόνων ὁλοκλήρων. Ἕν τμῆμα τῆς ἱστορίας, ποὺ ἐγράφη μὲ αἷμα καὶ θυσίας μέσα εἰς ἐπιβουλάς*, κινδύνους καὶ ἀδιάκοπον καθημερινὸν ἀγῶνα μὲ τὸν ἐχθρὸν διὰ τὴν διαφύλαξιν τῆς ἑλληνικῆς Ἠπείρου. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ γίνουν χωρὶς ἀνθρώπους ἀφωσιωμένους, μὴ γνωρίζοντας φόβον. Ἤρχετο λοιπὸν νὰ εἴπη δι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὸ ἐδώλιον* τοῦ κατηγορουμένου. Ἦσαν ὅπλα, διὰ νὰ μεταφέρουν; Ἦσαν θύματα, διὰ νὰ φυγαδεύσουν; Ἦτο ἐπικίνδυνος ἀλληλογραφία νὰ στείλουν; Πληγωμένους ἀπὸ συγκρούσεις νὰ φέρουν εἰς ἀσφαλὲς μέρος; Ἦτο ἀνάγκη ὁδηγοῦ διὰ ἐπαναστατικὰ σώματα;
Αὐτὸς ἦτο πάντοτε ἐκεῖ, ταχύς, πρόθυμος ἀκατατόνητος, πάντοτε ἕτοιμος νὰ κινδυνεύσῃ καὶ νὰ θυσιασθῇ. Καὶ αὐτὸ δέκα ὁλόκληρα ἔτη, μίαν ὁλόκληρον ζωήν, ἕνα ὁλόκληρον ἀγῶνα μυστικόν, σιωπηλόν, ἐπίμονον, χωρὶς διακοπὴν καὶ χωρὶς ἀνάπαυσιν.
Καὶ ἦτο ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ὄχι μόνον δὲν ἐζήτησε ποτὲ τὸ παραμικρὸν δι’ ἑαυτόν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ὁ θυσιάζων καὶ ἐκ τῶν ἰδικῶν του, ὁ ἀφωσιωμένος ὑπηρέτης τῆς ἰδέας, ὁ πρόθυμος στρατιώτης, ὁ ἕτοιμος νὰ ὁρμήση πρῶτος εἰς τὸν κίνδυνον, διὰ νὰ ἐπανέλθη ἀμέσως μετὰ τοῦτον, ταπεινός, ἀθόρυβος εἰς τὴν ἀφάνειαν καὶ τὴν σκιάν.

Δι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον ἦλθε τώρα νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὸ δικαστήριο, εἰς τοὺς Ἕλληνας δικαστάς. Αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον ἦλθε νὰ ζητήσῃ ἀκόμη ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους, διότι τὸν χρειάζεται ἀκόμη, διότι ὁ ἀγὼν δέν ἐτελείωσεν, ἀρχίζει πάλιν. Καὶ τὸν ζητεῖ ἐν ὀνόματι τοῦ ἐλέους, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, συγχωρῶν αὐτός, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ, κάθε ρύπον καὶ κάθε ἁμαρτίαν.

Τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ ἱεράρχου ἔπεσαν σὰν μεγαλόπρεπο κήρυγμα κάποιας βουλήσεως ἀνωτέρας, μέσα εἰς βαθεῖαν σιωπὴν ἀπὸ ἀνθρώπους συγκινημένους, θαμβωμένους, φρίσσοντας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἐξωτερικεύσουν τὴν συγκίνησιν παρὰ μόνον μὲ τὴν ἰδίαν νεκρικὴν σιγήν.

Ἀλλὰ ἀμέσως ἡ σιγὴ αὐτὴ ἐξέσπασεν σὰν ἀπὸ θάλασσα ἀναταραγμένη ἀπὸ τὴν ὁρμὴν τοῦ μελτεμιοῦ.
- Χάριν!... Ὅλοι ἐζήτουν χάριν!
- Ἀθῷος! ἠλάλαξε τὸ ἀκροατήριον.
Οἱ ἔνορκοι ἀμέσως τότε ἀπεσύρθησαν καὶ μετ’ ὀλίγον ἐξέδωκαν ὁμοφώνως τὴν ἐτυμηγορίαν των, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κατηγορούμενος ἐκηρύσσετο ἀθῷος παμψηφεί.
Τὸ πλῆθος τότε φρικιάζον, τρέμον, οἰστρηλατούμενον* ἀπὸ τὸν κραδασμὸν τῶν νεύρων του, ἐσήκωσε τὸν θόλον τοῦ δικαστηρίου μὲ μίαν συντονισμένην ζητωκραυγήν...

Καὶ ἐνῷ ὁ ταπεινὸς δοῦλος ἔπεφτε μὲ πνιγμένα ἀναφιλητὰ εἰς τὰ πόδια τοῦ δεσπότη του ἀγκαλιάζων μὲ δακρυσμένα φιλήματα τὸ μαῦρον ράσον, ὅλον τὸ πλῆθος ὁρμοῦσε νὰ φιλήση καὶ αὐτό, νὰ εὐχαριστήσῃ τὸ ρυτιδωμένο ἐκεῖνο χέρι, τὸ ὁποῖον ἤξευρε τόσον καλὰ νὰ προτάσσεται διὰ τὸ ποίμνιόν του, ὅπως διὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν πατρίδα.

Περιοδ. «Παναθήναια» 1913 - 1914 Ἄγγ. Τανάγρας

(Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ, Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ν. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ,ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1966, σελ. 193-198)

«Τα Χρόνια της Δόξας», Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913






Ένα χρονικό των Βαλκανικών Πολέμων, με πλούσιο αρχειακό υλικό.
Μετά από το 19ο λεπτό «Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων»




Πώς ένας λοχίας αιχμαλώτισε ολόκληρη τουρκική πυροβολαρχία!



Ο Λοχίας Θεόδωρος Γκούτας υπηρετούσε στο 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων (Διοικητής Συνταγματάρχης Παπαδόπουλος Διον.) και ήταν γιός παλαιού οπλαρχηγού του Ολύμπου και μυθικού ήρωος της περιοχής.


Διακρίθηκε για πρώτη φορά στη μάχη των Γιαννιτσών, όταν αιχμαλώτισε μία ολόκληρη Τουρκική πυροβολαρχία. Η πυροβολαρχία αυτή που αμυνόταν στο χωριό Πυλωρύγι (τότε Πύλορικ) μετά την έφοδο των Ευζώνων κατόρθωσε να φορτώσει το υλικό της και να υποχωρήσει "δρομέως" προς ανατολάς. Κατά την κίνησή της όμως προσέκρουσε στο Ευζωνικό τμήμα που διοικούσε ο Λοχίας Γκούτας, ο οποίος την συνέλαβε και προς γενική κατάπληξη πάντων την οδήγησε σε φάλαγγα στον Διοικητή της Μεραρχίας Συνταγματάρχη Μηλιώτη Κομνηνό. Με την έγκριση του Συνταγματάρχου Παπαδόπουλου είχε σχηματίσει Διμοιρία (25-30 ανδρών) από εκλεκτούς Ευζώνους που αποτελούσε είδος τιμητικής φρουράς του Συνταγματάρχου.

Κατά την (αποτυχούσα τελικά) επίθεση της 7ης Ιανουαρίου κατά του Μπιζανίου το Σύνταγμα των Ευζώνων έχει καθηλωθεί σε μια χαράδρα από δύο εχθρικά πολυβόλα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει την επίθεση του.




"... Ο Παπαδόπουλος, κατέρυθρος εξ οργής, φωνάζει προς τον υπασπιστή του Δημητρακόπουλο "Βρε Γιάννη φώναξέ μου τον Σύνδεσμον του Τάγματος" ... Προσελθόντος του Συνδέσμου, ο Συνταγματάρχης του λέγει: "Τρέξε να μου φέρεις τον Γκούτα" και ο θαυμάσιος δεκανεύς Εύζωνος εξηφανίσθη ταχέως καλυπτόμενος από τον πυκνό θάμνο προς τα αριστερά. Μετ' ολίγον χρόνον δια της αυτής οδού επανήλθεν ακολουθούμενος από τον περιβόητο Λοχία Θεόδωρο Γκούτα. 'Ητο μετρίου αναστήματος, ισχνός με μικρούς μέλανας οφθαλμούς και μικρόν αγκιστροειδώς εστριμμένο μύστακα. Μόλις προσήλθεν ενώπιον του Συνταγματάρχου ο τελευταίος τον διέταξεν: "Αυτά τα πολυβόλα εκεί πάνω μας γίνανε τσιμπούρι. Να τους βάλεις χέρι". Και ο Λοχίας Γκούτας φέρων την δεξιά στο φεσάκι του απαντά: "Μάλιστα κύριε Συνταγματάρχα" και εξαφανίζεται έρπων σχεδόν δια μέσου των βάτων. "Θα τα πάρη αυτός" απεφάνθη μετά πεποιθήσεως ο Παπαδόπουλος.
Εν τη ακμή της μάχης, ο Διοικητής του Συντάγματος διατάσσει αφελέστατα ένα απλούν Λοχία να του κυριεύσει τα πολυβόλα του εχθρού. Το έτι καταπληκτικώτερον είναι ότι ο Γκούτας μετ' ολίγον είχε κυριεύσει τα δύο εχθρικά πολυβόλα, των οποίων το πυρ διεκόπη αιφνιδίως.
Ο Λοχίας Γκούτας τον οποίον εσεβάσθησαν αι εχθρικαί σφαίρες κατά τας μάχας, έπεσε την εσπέρα της ιδίας ημέρας δολοφονηθείς ανάνδρως υπο φανατικού Τούρκου τραυματίου. Μεγαλόψυχος, όπως όλοι οι γενναίοι, επλησίασεν Τούρκο τραυματία εις τον οποίον έδωκε να πίη εκ του υδροδοχείου του, και τότε ο άθλιος εκείνος υψώσας το παρακείμενο όπλο του επυροβόλησε, τραυματίσας καιρίως τον Λοχία στην βουβωνική χώρα. Ο αετός του Ολύμπου πριν αποθάνει εξεδικήθη, διότι αναρπάσας την ξιφολόγχην του κατέσφαξε τον άθλιον δολοφόνο. Μέ έρανο μεταξύ των αξιωματικών ανηγέρθη μαρμάρινος σταυρός στον τάφο του Λοχία Γκούτα στη Λάζαινα Ιωαννίνων ..."


Αναδημοσίευση από το onalert 

http://www.onalert.gr/stories/Pos_enas_loxias_mas_aixmalotise_oloklhrh_toyrkikh_pyrobolarxia_Afieroma_sto_191213

Σχολική γιορτή για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων



Σχολική γιορτή για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων

«Δεν ήρθε πρώιμα η Άνοιξη κι ουδέ το Καλοκαίρι.
Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδάμε,
γιατί ελευθερωθήκανε, αητέ, τα Γιάννενά μας!»


Τα Γιάννενα μετρούν σήμερα 103 χρόνια ελεύθερης ζωής. Η 21η Φεβρουαρίου του 1913 ήταν η μέρα που ξύπνησαν οι κάτοικοι της ιστορικής πόλης, της πόλης των θρύλων και των παραδόσεων, των γραμμάτων και του πολιτισμού, με τη μεθυστική γεύση της ελευθερίας στην καρδιά τους και την ανείπωτη χαρά της ανεξαρτησίας στην ψυχή τους.

Την 21η του Φλεβάρη, και κάθε τέτοια μέρα, όχι μόνο η Ήπειρος, αλλά ολάκερη η Ελλάδα πανηγυρίζει την ιστορική επέτειο της απελευθέρωσης -από τον τουρκικό ζυγό-  της πόλης που έγινε συνώνυμο του αγώνα για τη λευτεριά.

Τα Ιωάννινα καταλαμβάνονται ειρηνικά από τους Οθωμανούς το 1431 με τον Σινάν Πασά (22 χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης που έγινε στις 29 Μαΐου του 1453), και εγκαθιδρύεται η τουρκική κυριαρχία που διαρκεί 482 χρόνια.

Χρόνια δύσκολα και μαύρα. Πολλές γενιές Ηπειρωτών γεννήθηκαν και πέθαναν μέσα σε «πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι», λαχταρώντας μια αχτίδα φωτός, ένα σημάδι λευτεριάς, όπως μας τραγουδάει και ο ποιητής μας Αριστοτέλης Βαλαωρίτης:


Επέσανε τα Γιάννενα
σιγά να κοιμηθούνε,
εσβήσανε τα φώτα τους,
εκλείσανε τα μάτια.

Η μάνα σφίγγει το παιδί
βαθιά στην αγκαλιά της,
γιατί 'ναι χρόνοι δύστυχοι
και τρέμει μην το χάσει.

Τραγούδι δεν ακούγεται,
ψυχή δεν ανασαίνει.
Ο ύπνος είναι θάνατος
και μνήμα το κρεβάτι.
Κι η χώρα κοιμητήριο
κι η νύχτα ρημοκλήσι.


Άγρυπνος ο Αλή-πασάς,
ακόμη δε νυστάζει,
και σ' ένα δέρμα λιονταριού
βρίσκεται ξαπλωμένος.

Το μέτωπό του είναι βαρύ,
θολό, συννεφιασμένο
και τό ΄βαλεν αντίστυλο
το χέρι του, μην πέσει.

Χαϊδεύει με τα δάχτυλα
τα κάτασπρά του γένια,
που σέρνονται στου λιονταριού
τη φοβερή τη χαίτη.

Αγκαλιασμένα τα θεριά,
σου φαίνονται πως έχουν
ένα κορμί δικέφαλο ,
το μάτι δε γνωρίζει,
ποιο τάχα να ’ν’ το ζωντανό
και ποιο το σκοτωμένο.

Στην άκρη στο παράθυρο,
σιωπηλός προσμένει
και τρομαγμένος τον θωρεί
ο φίλος του ο Ταχήρης.

Άρθρο του δημοσιογράφου εκείνης της εποχής, Γιώργου Χατζή:

«Πεντακόσια ολόκληρα χρόνια. Πεντακόσια λυπημένα Χριστούγεννα και πεντακόσιες θλιβερές Πασχαλιές, κανένας Ηπειρώτης δεν χάρηκε το ψωμί που έτρωγε και φαρμάκι τού γίνονταν το νερό στα χείλη, εφόσον σε ένιωθε Εσένα, ώ φιλτάτη και κλαμένη πόλη, πόλη πληγωμένη, να κάνεις δεήσεις στον Εσταυρωμένο Χριστό να σου λυπηθεί την αγωνία και τον θρήνο.
Πεντακόσια ολόκληρα χρόνια δεν έκλεισε ειρηνικά τα μάτια του κανένας προπάππους μας, και κανένας πατέρας μας δεν χάρηκε -πεντακόσια χρόνια τώρα- τα παιδιά του...»

Αυτά έγραψε ο δημοσιογράφος και λογοτέχνης Γιώργος Χατζής, στην εφημερίδα «Ήπειρος», στο πρώτο φύλλο της στις 3 Μαρτίου 1913, σ’ ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο άρθρο του. Και συνεχίζει…

«Έξω από την πόλη, χωριά ολόκληρα καίγονταν και ληστεύονταν καθημερινά από τον Τούρκικο στρατό. Γυναίκες βιάζονταν και έπειτα δέρνονταν μέχρι θανάτου. Ιερά σκεύη εκκλησιών παίρνονταν ως λάφυρα και πουλιόταν έπειτα στην αγορά των Ιωαννίνων από Λιάπηδες και Τούρκους στρατιώτες. Και ήταν τέτοιες οι πράξεις τους που προκαλούσαν μόνο φρίκη.
Μέσα στην πόλη υπήρχε διάχυτος ο φόβος και ο τρόμος. Ένα άγριο, βάρβαρο, άτιμο και πέρα από κάθε νόμο και πολιτισμό, σκληρό στρατοδικείο, καταδίκαζε και τιμωρούσε όποιον ήθελε. Πέντε έξι χαφιέδες αστυνομικοί και μερικοί Τουρκογιαννιώτες (Τούρκοι μουσουλμάνοι με μητρική γλώσσα την ελληνική) έγραφαν και μοίραζαν "ζουρνάλια" εναντίον του ενός και του άλλου, νύχτα και μέρα.

Μια κρεμάλα είχε στηθεί στο στρατοδικείο. Άλλη μια στην πλατεία. Άλλη έξω από την πόλη. Και ακούγονταν απαίσια κτυπήματα καρφιών τη νύχτα. Και το πρωί, γεμάτοι φόβο και τρόμο οι Έλληνες έκρυβαν τα δάκρυά τους και μάθαιναν τα δυσάρεστα νέα: «Σήμερα κρέμασαν έξι Χριστιανούς! Αύριο κρεμούν άλλους!»
Και το απαίσιο σχοινί δούλευε και οι απαίσιοι δήμιοι στρατοδίκες μαγείρευαν το μόνο φαγητό για την Τουρκογιαννιώτικη όρεξη: «Κρεμάλα στους Χριστιανούς!»

Ο Άγγελος Σικελιανός για τον αγώνα της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων


[...] Την ίδια χρονιά (1912) ο ποιητής, αφού μάλιστα επιστρατεύτηκε στους Βαλκανικούς πολέμους, έγραψε τα ποιήματα «Δέηση», «Θεσσαλία», «Προσευχή για τα Γιάννενα» και «Μαβίλης». Είναι προφανές, ακόμα και από τους τίτλους των ποιημάτων ότι ο εθνικός αγώνας για την απελευθέρωση της Ελλάδας τον είχε συγκλονίσει και τον είχε  εμπνεύσει. Ενδεικτικά στο ποίημα με τον τίτλο: «Μαβίλη», διαβάζουμε:

Το μεγάλο κορμί σου ομπρός στα Γιάννενα
και ο λογισμός Σου, κορυφή των κρίνων
ας είναι αρχή ν’ ανοίξει διάπλατα
του οχτρού, για να μπει το άνθος των Ελλήνων.
κι ας σου κάμουν οι νιοί το νεκροκρέβατο
με των δαφνών κλαριά και με των σκίνων
να σε φέρου, ωραίε κι άσπιλε Ήρωα
σα λείψανο άγιο μπρος στην Άγια Πύλη
Του στρατού της Ηπείρου όλα ας σκύψουνε
να σου αγγίξουν το μέτωπο τα χείλη
Απλός στρατιώτης κ’ εγώ, σκύβω δίνοντας
τον ύστερο ασπασμό σ’ Εσέ Μαβίλη!

Domenica del Corriere 16/23 Mar 1913
[αναρτήθηκε από Stephan Dimos]
Ολόκληρο το ποίημα διαπνέεται από τον ενθουσιασμό για την αυτοθυσία των Ελλήνων, και δη του Μαβίλη, κατά την υπεράσπιση των ελληνικών πληθυσμών. Ο Μαβίλης λαμβάνει τη διάσταση ήρωα και η πράξη του λειτουργεί ως υπόδειγμα για όλους τους Έλληνες. Είναι μάλιστα πολύ ενδεικτικό το γεγονός ότι ο Σικελιανός, όπως ο Αισχύλος πριν από 2500 χρόνια, ονομάζει τον εαυτό του απλό στρατιώτη που επιθυμεί να δώσει τον τελευταίο ασπασμό στο Λορέντζο Μαβίλη. Για την ιστορία ας υπενθυμίσουμε ότι ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης ήταν ο τελευταίος εκπρόσωπος της Επτανησιακής σχολής και έπεσε κατά τους Βαλκανικούς πολέμους στη μάχη του Δρίσκου το 1912, μαχόμενος μάλιστα σε ηλικία πενήντα δύο χρονών!
Στο ποίημα «Γιάννενα» η προσδοκία της απελευθέρωσης των ελληνικών πληθυσμών, προσλαμβάνει το χαρακτήρα παιδικού ονείρου που επιτέλους εκπληρώνεται.

Θλιφτό ξανάρθε τ’ όνειρο τ’ αθώο – το παιδιακίσιο
Νανούρισμα της μάνας μας στις κούνιες μας, τα βράδια:
«Κοιμήσου, το παιδάκι μου, κ’ εγώ θα σου χαρίσω
την Άρτα με τα Γιάννενα, τη Χιό με τα καράβια»



[….]
Στο ποίημα «Μνημόσυνο», που ανήκει στη συλλογή «Επίνικιοι Α΄», ο Σικελιανός επανέρχεται προτάσσοντας την ιδιότητα του στρατιώτη.

Ίσκιοι του Σαρανταπόρου, όπου βράχοι
από τον Όλυμπο ως την Αϊτοράχη
ξυπνάτε και σαλεύετε οι πεσμένοι
Δεχτήτε ω άγιο , στης νυχτός τα σκότη,
μνημόσυνο από ’νανε στρατιώτη
που δέεται με ψυχή γονατισμένη!
__________________________
Διαβάστε περισσότερα, εδώ: http://www.ellinismos.gr/content/%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82-0

Άγγελος Σικελιανός (1884-1951)

«Στα Γιάννενα» - διάλογος με τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη!

[Από το ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Ἕκτης Δημοτικοῦ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ, ΑΘΗΝΑΙ 1952]

                                                                                   
                                                  ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ

Ἐπέσανε τὰ Γιάννενα σιγὰ νὰ κοιμηθοῦνε,
ἐσβήσανε τὰ φῶτα τους, ἐκλείσανε τὰ μάτια.
Ἡ μάνα σφίγγει τὸ παιδὶ βαθιὰ στὴν ἀγκαλιά της,
γιατ’ εἶναι χρόνια δύστυχα καὶ τρέμει μὴν τὸ χάση.

   Μὲ τοὺς στίχους αὐτοὺς τοῦ Βαλαωρίτη στὴ μνήμη μου, ξεκίνησα ἀπὸ τὴν Πρέβεζα, γιὰ νὰ γνωρίσω τὴν ξακουσμένη Πόλη. Τὸ αὐτοκίνητο ξεπερνᾶ τὸν ἀπέραντο ἐλαιώνα τῆς Πρὲβεζας, διαβαίνει ἀνάμεσα στὰ ἐρείπια τῆς Νικοπόλεως καὶ χάνεται μέσα στὶς χαράδρες καὶ τὶς λαγκαδιὲς τῶν Ἠπειρωτικῶν βουνῶν. Βουνὰ ψηλά, γυμνὰ τὰ περισσότερα, ἄγρια, δυσκολοπάτητα. Αὐτὰ ἔθρεψαν τὴν κλεφτουριὰ τοῦ Εἰκοσιένα. Κι αὐτά, μαζὶ μὲ τὴ φτώχεια τῆς γῆς, διώχνουν πάντα ἀπὸ κοντά τους τοὺς ἐργατικοὺς Ἠπειρῶτες καὶ τοὺς στέλνουν στὰ ξένα. Κι ἐκεῖ, μὲ τὴν τίμια ἐργασία τους πλουτίζουν καὶ μὲ τὴ μεγάλη ψυχή τους γεμίζουν τὸν τόπο τους καὶ τὴν Ἀθήνα μὲ Πανεπιστήμια καὶ Ἀκαδημίες καὶ Πολυτεχνεῖα καὶ Στάδια καὶ Ἀρσάκεια καὶ Ζωσιμάδες σχολὲς κι ἄλλα μεγαλόπρεπα ἱδρύματα. Καὶ τὰ ἱδρύματα αὐτὰ μᾶς θυμίζουν κάθε στιγμὴ
τὰ ὀνόματα τοῦ Ἀβέρωφ καὶ τοῦ Σίνα, τοῦ Ἀρσάκη καὶ τοῦ Ριζάρη, τῶν Ζωσιμαδῶν καὶ τῶν Ζάππηδων καὶ τόσων ἄλλων μεγαλόκαρδων Ἠπειρωτῶν.
«Παμβώτις» Κώστας Μαλάμος, 1971-72
Ἀπὸ τὰ Ἠπειρωτικὰ βουνὰ κατεβαίνει ὁ Λοῦρος μὲ τὰ γάργαρα νερά του, ποὺ, σὲ μεγάλο διάστημα τὸν εἴχαμε σύντροφο δίπλα στὸν ἁμαξωτὸ δρόμο. Στὴν ποταμιά του, κάτω ἀπὸ θεόρατα πλατάνια, περάσαμε μιὰν ἀλησμόνητη ὥρα τοῦ μεσημεριοῦ, σβήνοντας τὴ δίψα μας στὰ ὁλόδροσα
νερά του. Ξεκινοῦμε καὶ ἀρχίζομε πάλι τὸ κυνηγητὸ μὲ τὸ ποτάμι, ἀνάμεσα στὶς ἀτέλειωτες λαγκαδιές. Κάποτε ἀφήνομε τὴν ποταμιὰ κι ἀνηφορίζοντας βρισκόμαστε μπροστὰ στὸ χάνι τοῦ Ἐμὶν - Ἀγᾶ. Περήφανα δείχνει τῆν ἐπιγραφή του: Στρατηγεῖο τοῦ 1912 – 1913. Εἶναι τὸ ταπεινὸ χάνι, ποὺ φιλοξένησε ὁλόκληρο χειμώνα τὸ Στατηγεῖο μας, ὅταν ἐπιχειροῦσε τὸ φονικὸ καὶ πολύνεκρο λυτρωτικὸν ἀγώνα. Μὲ συγκίνηση βαθειὰ ἀντικρύζομε τὸ ξακουσμένο χάνι.
Ἀπ’ ἐδῶ ἀρχίζουν οἱ λοφοσειρὲς τῆς Μανωλιάσας καὶ τοῦ Μπιζανιοῦ καὶ τῆς Καστρίτσας, ποὺ τὰ παλληκάρια μας τὶς ἐπότισαν μὲ τὸ αἷμα τους, γιὰ νὰ λυτρώσουν τὰ Γιάννενα ἀπὸ τὴ σκλαβιά. Κι ἀπάνω ἀπὸ τὶς λοφοσειρὲς αὐτές, ποὺ μῆνες ὁλόκληρους, μὲ τὰ πυκνὰ κανόνια τους, ἐσκόρπιζαν τὸ θάνατο στὰ Ἑλληνόπουλα, ὑψώνεται ὁλόγυμνη κι ἀπότομη ἡ κορφὴ τοῦ Ὀλύτσικα. Σκαρφαλώνοντας ὁλονυχτὶς στὰ χιόνια καὶ τοὺς πάγους του τὰ εὐζωνάκια μας, πέρασαν τὴν ἀπάτητη ραχούλα καὶ ρίχτηκαν ἀθώρητα στὸν κάμπο, ἀφήνοντας πίσω τους καὶ κάστρα καὶ κανόνια τούρκικα κι ἀμέτρητο τὸν ἐχθρικὸ στρατό. Κι ὁ μαῦρος καβαλλάρης τους, ὁ Βελισσαρίου, ἔστησε στὴν ἄκρη ἀπὸ τὴν πόλη τὴ σημαία του καὶ κάλεσε τοὺς ξαφνιασμένους Τούρκους νὰ παραδοθοῦν.
Κι ἡ 21 τοῦ Φλεβάρη βρῆκε λεύτερα τὰ Γιάννενα. Εἶχε νυχτώσει πιὰ σὰν τελείωσαν τὰ 103 χιλιόμετρα, ποὺ χωρίζουν τὴν Πρέβεζα ἀπὸ τὰ Γιάννενα, κι ἔμπαινε τὸ αὐτοκίνητο στὴ χιλιοτραγουδημένη πολιτεία. Ἀλλὰ τώρα οὔτε «νωρὶς ἐπέσανε τὰ Γιάννενα σιγὰ νὰ κοιμηθοῦνε» οὔτε «ἡ μάνα σφίγγει τὸ παιδὶ βαθιὰ στὴν ἀγκαλιά της». Ἄφοβα καὶ χαρούμενα κυκλοφοροῦσαν μικροὶ καὶ μεγάλοι στοὺς λαμπροφωτισμένους δρόμους καὶ στὸ κέντρο τῆς ὄμορφης πολιτείας ὑψώνεται ἡ σημαία τῆς Ἠπειρωτικῆς Ἑλληνικῆς Μεραρχίας. Μὰ πρὶν ἀκόμα γνωρίσω τὰ Γιάννενα, ἔνιωσα βαθιὰ στὴν ψυχή μου ἕνα χρέος ἱερό. Ἤθελα νὰ ἰδῶ καὶ νὰ προσκυνήσω τὴ μαρμάρινη προτομὴ τοῦ Μαβίλη, τοῦ σεμνοῦ ποιητῆ καὶ τοῦ σεμνότερου ἥρωα τοῦ Δρίσκου, ποὺ εὐτύχησα κάποτε νὰ τὸν γνωρίσω ἀπὸ κοντά. Εὐγενικὸς φίλος μὲ ὁδήγησε στὴν ἄκρη τῆς λίμνης, ποὺ στοργικὰ ἀγκαλιάζει καὶ δροσίζει τὰ Γιάννενα, τῆς λίμνης, ποὺ τὴν ἀγίασαν μὲ τὸ αἷμα τους τόσα Ἑλληνόπουλα καὶ τόσες Ἑλληνοποῦλες παρθένες, θυσία στὴν ἀνήλεη ψυχὴ τοῦ Ἀλῆ.
Ο μώλος της λίμνης και στο βάθος η προτομή του Λ. Μαβίλη
Ἐκεῖ στὴν ἀκρολιμνιά, λευκὴ σὰν τὴν ὁλόλευκη ψυχὴ του, ὑψώνεται ἡ προτομὴ τῆς σεβάσμιας μορφῆς τοῦ Λορέντσου Μαβίλη. Κοιτάζει ὁλόϊσα κατὰ τὴν κορφὴ τοῦ Δρίσκου, ποὺ τὴν πότισε μὲ τὸ αἷμα του, πολεμώντας γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς ἀλύτρωτης πόλης. Καὶ κάτω ἀπὸ τὸ πλούσιο φῶς τοῦ φεγγαριοῦ, ποὺ ἀσήμωνε τὸ μάρμαρο καὶ τὴ λίμνη, διάβασα στὴν εὐγενικιά του φυσιογνωμία τὴ βαθειά του ἱκανοποίηση γιὰ τὴ μεγάλη νίκη. Πόση συγκίνηση ἔνιωσα στὸ ἀντίκρυσμα τῆς λευκῆς προτομῆς! Θυμήθηκα τὸν εὐγενικὸ γέροντα μὲ τὰ κάτασπρα μαλλιὰ καὶ τὴν κόκκινη στολὴ τοῦ Γαριβαλδινοῦ, σὰν ξεκίναγε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ τὸ ἀγύριστο ταξίδι· σκόρπισα γύρω λίγα λουλούδια, φερμένα ἐπίτηδες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, φίλησα εὐλαβικὰ τὴ σεπτὴ προτομὴ κι ἐγύρισα στὸ ξενοδοχεῖο μὲ τὴν ψυχή μου γεμάτη ἀπὸ τὴ θυσία τοῦ Μαβίλη. Τίποτε ἄλλο δὲ χωροῦσε στὴν ψυχή μου ἐκείνη τὴ βραδυά!
Ὁ ὕπνος μου ὕστερ’ ἀπὸ τὴν κούραση μακρινοῦ ταξιδιοῦ, ἦταν ἀνήσυχος. Κι ἡ λαχτάρα μου νὰ ξημερώση, γιὰ νὰ γνωρίσω τὴν ποθητὴ πολιτεία, δὲν ἄφηνε τὸ ζωογόνο ὕπνο νὰ κλείση ἀναπαυτικὰ τὰ μάτια μου. Καὶ τότε μοῦ συνέβη κάτι ἀπερίγραπτο: Μπροστὰ στὴν ταραγμένη φαντασία μου παρουσιάστηκε, σὰν ὄνειρο, ὁλόσωμος καὶ μεγαλόπρεπος ὁ Μαβίλης. Ἡ ματιά του ἤτανε τόσο γλυκειὰ καὶ στοργική, ὥστε καμιὰ ταραχὴ δὲν ἔνιωσα. Μοῦ φάνηκε πὼς συνεχίζαμε παλιὰ ὁμιλία, ἀρχινημένη ἐδῶ καὶ 17 χρόνια!...
―Ἔχω ἕνα παράπονο ἀπὸ σένα, φίλε μου, ἄρχισε νὰ λέη ὁ Ποιητής. Σ’ ἕνα βιβλίο σου ἔγραψες ἕνα κεφάλαιο καὶ γιά μένα· καὶ μ’ ὀνομάζεις ἐκεῖ Ποιητὴ καὶ Ἥρωα. Γιατί χαρίζεις ἔτσι εὔκολα τὰ μεγάλα ὀνόματα; Ἂν εἶμαι ποιητὴς ἐγώ, τί εἶναι τότε ὁ Σολωμὸς κι ὁ Βαλαωρίτης κι ὁ Παλαμᾶς; Κι ἂν ὀνομαστῶ ἐγὼ ἥρωας, πῶς θὰ ὀνομαστῆ ὁ Βελισσαρίου κι οἱ ἄλλοι γιγαντομάχοι τῆς Μανωλιάσας καὶ τοῦ Μπιζανιοῦ;
―Γιατί προτιμήσατε νὰ πολεμήσετε στὴν Ἤπειρο κι ὄχι ἀλλοῦ; ρώτησα τὸν Ποιητή.
―Ζώντας στὴν Κέρκυρα, μοῦ ἀπάντησε, εἶχα πιὸ κοντά μου τὸ Σούλι καὶ τὴ Χειμάρα καὶ τὰ Γιάννενα κι ἔνιωθα πιὸ βαθιὰ τὴ σκλαβιά τους. Τὰ βάσανα αὐτοῦ τοῦ τόπου ἀπὸ τὸν Ἀλὴ πασὰ συγκινοῦσαν βαθύτερα τὴν καρδιά μου· καὶ τὰ τραγούδια γιὰ τὸν Μπότσαρη καὶ τὸν Κατσαντώνη νανούριζαν ἀδιάκοπα τὴν ψυχή μου. Θὰ σὲ ὁδηγήσω νὰ δοῦμε μαζὶ τὰ Γιάννενα, γιὰ νὰ ἐξηγήσης καὶ μόνος σου τὴν προτίμησή μου. 
Καὶ βγήκαμε μαζὶ στὴ φεγγαροφώτιστη πολιτεία, ποὺ κοιμόταν ἥσυχη καὶ ἀμέριμνη, λυτρωμένη πιὰ ἀπὸ τὸν ἐφιάλτη τῆς σκλαβιᾶς.
―Σὰν Ρουμελιώτης, ἐσύ, μοῦ λέει ὁ Ποιητής, θὰ ξέρης τὸ τραγούδι, ποὺ ἀρχίζει μ’ αὐτὰ τὰ λόγια:
Ἐψὲς ἤμουν στὰ Γιάννενα, ψηλὰ στὴ Λιθαρίτσα.
Νά, αὐτὴ εἶναι ἡ Λιθαρίτσα.
Βρεθήκαμε σὲ μιὰ μικρὴ πλατεία, ποὺ ἦταν ὁλόκληρος ἐξώστης γιὰ τὴν πόλη. Ὑπέροχο ἦταν τὸ θέαμα, ποὺ ἁπλώθηκε τότε μπροστά μας. Ὁλόγυρά μας, ἀριὰ καὶ δεντροστόλιστα, ἡσύχαζαν τὰ Γιαννιώτικα σπίτια μὲ τὶς 22 χιλιάδες κατοίκους. Κάτω ἡ λίμνη ἀγκάλιαζε τὸ κατάφυτο, ξακουσμένο νησί. Ἀπέναντι ὑψωνόταν, ψηλὸ κι ὁλόγυμνο, τὸ Μιτσικέλι, προστατεύοντας στοργικὰ τὴν πόλη ἀπὸ τὸ Θεσσαλικὸ βοριά. Καὶ μπροστά μας, βαρὺ κι ἐπιβλητικό, ἀκουμποῦσε στὴ λίμνη τὸ Κάστρο, τὸ ξακουσμένο Κάστρο, ποὺ πέρασε ὅλη τὴ ζωή του ὁ Ἀλής. Μέσα στὴ σιγαλιὰ τῆς νύχτας καὶ στὸ ἀχνὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ, μᾶς φάνηκε πὼς περιπλανιόταν, ἀνάμεσα στὰ συντρίμμια τοῦ Κάστρου, ἡ ἀνήσυχη σκιὰ τοῦ Ἀλή.
Καμάρωσε ὥρα πολλὴ τὰ δυὸ τζαμιά, ποὺ ὑψώνονται δεξιὰ κι ἀριστερὰ στὸ σιδηρόφραχτο τάφο, ποὺ δέχτηκε τὸ ἀκέφαλο πτῶμα του. Σεργιάνισε χαιρέκακα τὰ σκοτεινὰ μπουντρούμια, ποὺ χρόνια καὶ χρόνια εἶχε κλείσει τὰ καλύτερα παλληκάρια τῆς Ρούμελης. Πλησίασε χαρούμενος στὴ σπηλιά, ποὺ κρεουργήθηκε ὁ Δεσπότης τῶν Τρικάλων Διονύσιος, σὰν ἔκανε τὴν ἀποτυχημένη ἐπανάσταση τοῦ 1612. Ἔριξε ἀστραφτερὴ ματιὰ στὴ λίμνη, ποὺ δέχτηκε τὸ σῶμα τῆς κυρα - Φροσύνης καὶ τόσων ἄλλων Ἑλληνίδων παρθένων. Στὸ τέλος γύρισε μὲ ἀγωνία ὥρα πολλὴ ἐδῶ κι ἐκεῖ, τοῦ κάκου ἀναζητώντας τὰ ἐξαφανισμένα ἐρείπια τοῦ πυρπολημένου παλατιοῦ του· καὶ δὲ βρῆκε ἀπ’ αὐτὰ οὔτε πέτρα ἀπάνω στὴν πέτρα. Καὶ τραβώντας μὲ λύσσα τὴν πυκνὴ γενειάδα του, χάθηκε σὲ μιὰ σκοτεινὴ τρύπα τοῦ Κάστρου.
Περάσαμε ὕστερα μὲ μιὰ βάρκα τὴ λίμνη καὶ βγήκαμε στὸ νησί. Τρία παλιὰ μοναστήρια, κάτω ἀπὸ αἰωνόβια πλατάνια, ξεχώριζαν ἀπὸ τ’ ἄλλα σπιτάκια τοῦ νησιοῦ. Σώζονται σ’ ὅλα θαυμάσιες τοιχογραφίες. Στὸ παλιότερο μάλιστα, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, χτισμένο στὰ 1190, εἴδαμε κάτι σπάνιο. Ἑπτὰ ἀρχαῖοι Ἕλληνες σοφοὶ (Θουκυδίδης, Σωκράτης, Ἀριστοτέλης κ. ἄ.) ἦταν ζωγραφισμένοι στὴ σειρὰ καὶ ἐλατρεύοντο σὰν Ἅγιοι.
―Μόνο ἐδῶ, θαρρῶ, εἶπε ὁ Ποιητής, σκέφτηκαν νὰ λατρέψουν τοὺς ἀρχαίους σοφούς· κι ἔκαναν πολὺ σωστά, γιατὶ κι ἐκεῖνοι βασάνισαν τὸ νοῦ τους, γιὰ νὰ βροῦν τί εἶναι ἀληθινὸ καὶ χρήσιμο στὸν κόσμο. Ὁ Σωκράτης μάλιστα πλήρωσε μὲ τὴ ζωή του τὸ κήρυγμά του. Ἦταν, σὰ νὰ ποῦμε, ἕνας ἄλλος πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ.
Δίπλα στὸ ἕνα μοναστήρι ἦταν ἕνα παλιὸ διώροφο σπιτάκι· μέσα σ’ αὐτὸ τιμωρήθηκε ὁ Ἀλὴς γιὰ ὅλες τὶς ἁμαρτίες του. Ὁ Σουλτάνος εἶχε στείλει πιστοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ τοῦ φέρουν τὸ κεφάλι τοῦ ἀποστάτη. Ἐκεῖνοι τὸν γέλασαν, νἄρθη στὸ νησί, γιατὶ στὴν πόλη ἦταν ἀδύνατο νὰ τοῦ ἐπιτεθοῦν. Ἐκεῖ ὅμως ὁ Ἀλὴς κατάλαβε τὴν ἀπάτη κι ἔτρεξε νὰ τρυπώση στὸ σπιτάκι αὐτό. Οἱ ἀξιωματικοὶ μὴ μπορώντας νὰ πλησιάσουν τὴ σφαλισμένη πόρτα, μπῆκαν στὸ ὑπόγειο κι ἀπὸ κεῖ μπόρεσαν νὰ πυροβολήσουν καὶ νὰ τὸν ξεκάνουν. Κι ἐπῆγαν στὸ Σουλτάνο τὸ κεφάλι, ποὺ ζήτησε. Σώζεται ἀκόμα τὸ σαθρὸ πάτωμα τοῦ σπιτιοῦ καὶ ξεχωρίζει σ’ αὐτὸ ἡ τρύπα ποὺ σχηματίστηκε ἀπὸ τὴ φονικὴ σφαίρα.
Τώρα ἀπόλυτη σιγὴ βασιλεύει ἐκεῖ γύρω καὶ μόνο ἕνας θεόρατος πλάτανος στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ ἀπομένει θεατὴς καὶ μάρτυρας τῆς φοβερῆς σκηνῆς. Προχωρήσαμε στὴν κορφὴ τοῦ νησιοῦ, δίπλα στὸ ἐκκλησάκι τοῦ προφήτη Ἠλία. Τὸ φεγγάρι μεσουρανοῦσε πιά, σκορπίζοντας παντοῦ τὸ ἀχνόξανθο φῶς του. Ὁ Ποιητὴς γύρισε ὁλόγυρα τὴ θεία ματιά του κι ἐγὼ τὴν ἀκολουθοῦσα.
―Μὲ ρώτησες γιατί προτίμησα νὰ πολεμήσω στὴν Ἤπειρο, μοῦ εἶπε. Ὅλα ὅσα εἶδες μὲ τραβοῦσαν ἐδῶ. Βλέπεις ἐκεῖ πέρα τὸ καμπαναριὸ τῆς Μητροπόλεως; Δίπλα εἶναι ὁ τάφος τοῦ Νεομάρτυρα Γεωργίου, ποὺ ἅγιασε στὰ 1838. Πιὸ ἀπάνω εἶναι τὸ σπίτι τοῦ Τσακάλωφ, διατηρημένο ὅπως ἦταν στὸν καιρό του. Ὅλα ἐδῶ γύρω εἶναι Ἑλληνικά. Κι οἱ Τοῦρκοι ἀκόμα κι οἱ Ἑβραῖοι, μόνο ἑλληνικὰ μιλοῦσαν. Πῶς λοιπὸν μποροῦσα νὰ νιώθω τὰ Γιάννενα σκλαβωμένα;
Κι ἐξακολούθησε:
―Τὰ κανόνια τοῦ Μπιζανιοῦ ἐμπόδιζαν τὴν προέλαση τοῦ στρατοῦ μας.Τὸν εἶχαν καρφώσει στοὺς βράχους τῆς Μανωλιάσας. Ἐμεῖς οἱ Γαριβαλδινοί, περνώντας ἀπὸ τὴ Θεσσαλία καὶ κατεβαίνοντας ἀπὸ τὸ Δρίσκο, ἐλπίζαμε νὰ μποῦμε πρῶτοι στὰ Γιάννενα.
Καὶ μοῦ ἔδειξε μὲ καμάρι τὸ λόφο τοῦ Δρίσκου, ποὺ ποτίστηκε μὲ τὸ αἷμα τόσων παλληκαριῶν.
―Ἀλλὰ τὰ κανόνια τῆς Καστρίτσας, εξακολούθησε ὁ Ποιητής, δὲ μᾶς ἄφησαν νὰ πετύχωμε τὸ σκοπό μας. Κι ἔτσι δὲν μπήκαμε πρῶτοι στὰ Γιάννενα.
Ἦταν ἡ μόνη στιγμή, ποὺ εἶδα πονεμένο τὸν Ποιητή.
Καὶ γιὰ νὰ μὴ φανῶ πὼς εἶδα τὴ συγκίνησή του, γύρισα τὴ ματιά μου στ’ ἀσημωμένα νερὰ τῆς λίμνης. Μὰ σὰν ξαναγύρισα νὰ δῶ τὸ σύντροφό μου, δὲν ἦταν πιὰ κοντά μου ὁ Ποιητής.
Καὶ τὸ γλυκό μου ὄνειρο τελείωσε...

Δημ. Κοντογιάννης

(Ν. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ Δ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ — Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Ἕκτης Δημοτικοῦ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ,ΑΘΗΝΑΙ 1952, σελ.157-165)

Το κείμενο μάς έστειλε ο φιλόλογος-καθηγητής κος Λεωνίδας Πυργάρης και τον ευχαριστούμε πολύ!